Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ λιμοκτονεῖ δὲν αἰσθάνεται πεῖνα
Ὑπὸ Ἱερομονάχου Τύχωνος
Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ λέξις «Οἰκονομία» σημαίνει «ἡ διαχείρισις ἢ ἡ διοίκησις ἑνὸς νοικοκυριοῦ ἢ μιᾶς οἰκογενείας», ἀπὸ τὶς λέξεις οἶκος καὶ νέμω (διανέμω, κατανέμω). Κάθε ἐργασία ποὺ γίνεται σὲ ἕνα σπίτι ἔχει ἕναν σκοπό, καὶ τίποτα δὲν γίνεται χωρὶς λόγο. Συνεπῶς, ἡ λέξις «οἰκονομία» ὑποδηλώνει τὴν ἀπουσία σπατάλης, γι’ αὐτὸ καὶ συσχετίζουμε τὴ λέξη «οἰκονομικὸς» μὲ τὴν ἀποδοτικότητα.
Ἡ λέξις «Οἰκονομία» εἶναι πολὺ σημαντικὴ γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους. Στὴν Ἐκκλησία, μία ἀπὸ τὶς χρήσεις αὐτῆς τῆς λέξεως ἀναφέρεται στὴν Οἰκονομία τῆς Σωτηρίας μας — τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ πῶς θὰ σωθοῦμε. Ἕνα ὁλοκληρωμένο σχέδιο διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Θεὸς ὁδηγεῖ ὅσους τὸ ἐπιθυμοῦν στὴ σωτηρία τους. Βασικὸ μέρος αὐτῆς τῆς Οἰκονομίας εἶναι οἱ ἱερὲς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες, μαζὶ μὲ τὸν ἐτήσιο λειτουργικὸ κύκλο, ὑπάρχουν γιὰ κάποιον συγκεκριμένο λόγο, παρεχόμενες ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀκριβῶς ἐπειδὴ χρειαζόμαστε τὴν καθεμία ἀπὸ αὐτὲς γιὰ τὴ σωτηρία μας.
Βρισκόμαστε τώρα στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ὅπου ἡ συχνότης καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀκολουθιῶν αὐξάνονται γιὰ ὅλους μας. Διατί; Διότι εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ τὴ σωτηρία μας. Γιατί ἄλλωστε νὰ ὑπῆρχαν ἂν δὲν ἦταν; Γιατί ἔχουμε κἂν τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, καθὼς καὶ ἄλλες περιόδους νηστείας γενικότερα; Διότι εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ τὴ σωτηρία μας.
Ἕνας πλούσιος δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ χρήματα. Δὲν χρειάζεται νὰ πάει στὴν ἐργασία του. Μπορεῖ νὰ ἀφοσιωθεῖ σὲ ὅποιες ἰδιοτροπίες ἐπιλέξει. Ἕνας φτωχὸς ὅμως δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν πολυτέλεια. Γιὰ τὸν πλούσιο, ἡ ἐργασία εἶναι προαιρετική· γιὰ τὸν φτωχό, εἶναι ζήτημα ἐπιβιώσεως. «Εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ ἐσθιέτω» (Β΄ Θεσσαλονικεῖς 3:10), λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Καὶ ποιὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα ὅταν κανεὶς δὲν τρώει; Ὁ θάνατος ἀπὸ λιμοκτονία.
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν χρειάζεται τὶς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ἤδη πνευματικὰ πλούσιος. Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς ὁ Στειριώτης, ὅταν ἐπισκέφθηκε τὴν Ἱερὰ Μονὴ τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν στὴν Βοιωτία, συνομιλοῦσε μὲ τὸν ἡγούμενο ὅταν ἄρχισε νὰ χτυπᾶ ἡ καμπάνα καλώντας τοὺς μοναχοὺς στὸν ναὸ γιὰ τὴν ἀκολουθία. Ὁ ἡγούμενος εἶπε στὸν Ὅσιο Λουκᾶ: «Ἂς πᾶμε στὴν ἐκκλησία». Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς ρώτησε: «Γιατί;». Ὁ ἡγούμενος, ἀπορῶντας ἴσως γιατί ἕνας μοναχὸς ἔκανε μία τέτοια ἐρώτηση, ἄρχισε νὰ λέει: «Γιὰ νὰ ἐπικαλεσθοῦμε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐπάνω μας…» ἀλλὰ δι’ ἑνὸς θαυμαστοῦ ὁράματος, κοίταξε τὸν Ἅγιο καὶ τὸν εἶδε νὰ φλέγεται ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Κατάλαβε ὅτι ὁ Ὅσιος Λουκᾶς ζοῦσε ἔχοντας αὐτὴν τὴν χάρη πάντοτε ἐπάνω του, καὶ δὲν εἶχε ἀνάγκη τὴν χάρη τῶν ἀκολουθιῶν ὅπως οἱ ἄλλοι.
Ἑπομένως, ἴσως ὁρισμένες ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας νὰ εἶναι προαιρετικὲς γιὰ τοὺς Ἁγίους ἀνάμεσά μας (ἂν καὶ τέτοιοι ἅγιοι ἄνθρωποι δὲν θὰ ἄντεχαν νὰ ἀποκόψουν τὴν κοινωνία τους μὲ τὸν Χριστό, ἀκόμη κι ἂν δὲν βρίσκονταν στὸν ναό). Γιὰ τοὺς ὑπόλοιπους ἀπὸ ἐμᾶς, ποὺ δὲν ἔχουμε φτάσει σὲ αὐτὸ τὸ μέγα πνευματικὸ ὕψος, τί πρέπει νὰ κάνουμε; Πνευματικὰ εἴμαστε φτωχοί, ὁπότε τί ἄλλη ἐπιλογὴ ἔχουμε ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία, ὅπου ὁ Μέγας Δωρητὴς χορηγεῖ τὴν χάρη, τὴν ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεός Του σὲ ἐμᾶς;
Τὸ πρόσωπο ποὺ παραλείπει τὶς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τυφλωμένο ἀπὸ πλάνη καὶ ὑπερηφάνεια: Πλάνη, διότι θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του πλούσιο ἐνῶ εἶναι φτωχός, καὶ ὑπερηφάνεια, διότι νόμισε ὅτι ἤξερε πῶς νὰ περάσει τὸν χρόνο του καλύτερα ἀπὸ ὅ,τι τοῦ ἀπεκάλυψε ὁ Θεός. Ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν δὲν περιμένει ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει πατήσει οὔτε στὸ πρῶτο σκαλοπάτι τῶν Μακαρισμῶν: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι [ἐκεῖνοι ποὺ ἀναγνωρίζουν τὴν πνευματική τους φτώχεια], ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθαῖος 5:3).
Καμία ἀπὸ τὶς ἀκολουθίες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς δὲν εἶναι προαιρετική. Τὶς Παρασκευὲς συγκεντρωνόμαστε γιὰ νὰ εὐχαριστήσουμε τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ ποὺ μᾶς βοήθησε νὰ περάσουμε τὴν ἑβδομάδα τῆς αὐστηρῆς νηστείας. Συγκεντρωνόμαστε τὶς Κυριακὲς γιὰ νὰ ἑορτάσουμε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, Ὁ Ὁποῖος ἀπέθανε καὶ ἀνέστη γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἔχουμε ἄλλες εἰδικὲς ἀκολουθίες, ὅπως ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων καὶ ἡ ψαλμωδία τοῦ Μεγάλου Κανόνος τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης. Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Ἑβδομάδα εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἀκολουθίες. Γιατί; Ἤδη γνωρίζετε τὴν ἀπάντηση — ἐπειδὴ τὶς χρειαζόμαστε. Δὲν ὑπάρχουν τυχαῖα. Ἀποτελοῦν μέρος τῆς Θείας Οἰκονομίας γιὰ τὴ σωτηρία μας.
Ἐὰν ὁ ἐκκλησιασμός σας ἔχει βελτιωθεῖ αὐτὴν τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή, σᾶς συγχαίρω· συνεχίστε ἔτσι! Ἐὰν ὄχι, παρακαλῶ κατανοῆστε ὅτι ἀφήνετε τὸν ἑαυτό σας νὰ πεθάνει ἀπὸ πνευματικὴ λιμοκτονία. Ὑπάρχει κάτι τὸ παράδοξο μὲ τὴν λιμοκτονία: ἕνας ἄνθρωπος ποὺ πεθαίνει ἀπὸ τὴν πεῖνα, πεινάει μόνο στὰ ἀρχικὰ στάδια τῆς ἀσιτίας — μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ἡ πεῖνα ὑποχωρεῖ, μέχρι ποὺ δὲν ἔχει καμία ἀπολύτως ἐπιθυμία νὰ φάει, καὶ μέχρι νὰ πεθάνει, ἡ λαχτάρα του γιὰ τροφὴ ἔχει προ πολλοῦ ξεθωριάσει ὡς μακρινὴ ἀνάμνηση. Ἂς ἀφήσετε αὐτὴν τὴν ἔλλειψη ἐπιθυμίας σας γιὰ τὴν πνευματικὴ τροφὴ τῶν ἀκολουθιῶν τῆς Ἐκκλησίας νὰ σᾶς ἀποκαλύψει πόσο κοντὰ βρίσκεστε στὸν δικό σας πνευματικὸ θάνατο, καὶ πόσο πολὺ ἔχετε ἀνάγκη τὴν πνευματικὴ συντήρηση τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν. Σᾶς ὁμιλῶ ὡς ὁ πρῶτος τῶν ἁμαρτωλῶν.
«Ἀκούσας δέ τις τῶν συνανακειμένων ταῦτα εἶπεν αὐτῷ· μακάριος ὃς φάγεται ἄρτον ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· ἄνθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα, καὶ ἐκάλεσε πολλούς· καὶ ἀπέστειλε τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα. καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες. ὁ πρῶτος εἶπεν αὐτῷ· ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. καὶ ἕτερος εἶπε· ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. καὶ ἕτερος εἶπε· γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν. καὶ παραγενόμενος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἀπήγγειλε τῷ κυρίῳ αὐτοῦ ταῦτα. τότε ὀργισθεὶς ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε τῷ δούλῳ αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ῥύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε. καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος· κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ἔτι τόπος ἐστί. καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκός μου. λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου.» (Λουκᾶς 14:15-24).
